ΠΓΔΜ: Ανάβαση στο Περιστέρι (2601μ.) - Λίμνη Οχρίδα 2004... Back

 

Κείμενο: Μίνα Χασάπη
Φωτογραφίες: Θανάσης Πεχλιβάνης

 
Κάθε φορά που περνάω τα χερσαία σύνορα της χώρας μας με πιάνει μια μικρή μελαγχολία, και φέρνω στο νου μου τα λόγια του ηθοποιού Αλ. Λογοθέτη στην ταινία του Αγγελόπουλου "το μετέωρο βήμα του Πελαργού" καθώς υψώνει το πόδι του πάνω τη συνοριακή γραμμή: "αν κάνω ένα βήμα είμαι αλλού". Ενώ η γη είναι η ίδια ξαφνικά μεγάλα χαντάκια, συρματοπλέγματα και στρατιώτες τη χωρίζουν και ονομάζεται αλλιώς τώρα.

Είναι Μεγάλή Παρασκευή, 9 Απριλίου 2004 και το πούλμαν του Αθηναϊκού Ορειβατικού Συλλόγου όπου μαζί τους είμαστε ο άντρας μου και εγώ από την Ξάνθη (αφού τους είχαμε συναντήσει στην Κοζάνη από την προηγούμενο βράδυ) περιμένει να περάσει σύνορα της Νίκης για την ΠΓΔΜ. Το πρόσωπο του τελωνιακού συννεφιάζει όταν βλέπει 30 πιολέ πακτωμένα στο χώρο των αποσκευών. "Τι είναι αυτά, όπλα;" ρωτάει τον οδηγό. "Όχι, είναι για την ορειβασία" απαντάει ο οδηγός. Ο τελωνιακός υπάλληλος σπεύδει να διασταυρώσει την πληροφορία αφού στο χώρο βρίσκεται ο διευθυντής του κρατικού ξενοδοχείου που θα μείνουμε, ο οποίος έχει έρθει ειδικά για να διευκολύνει την είσοδο μας στη χώρα. Όλα εντάξει και κατευθυνόμαστε προς την πόλη Μπίτολα. Εκεί σε μια διασταύρωση, ανηφορίζουμε προς τα χωρία που είναι χτισμένα στους πρόποδες του όρους Περιστέρι. Φτάνουμε στο τελευταίο βλάχικο χωριό Nizopole και ακόμα πιο ψηλά, σε ένα συγκρότημα από μπανγκαλόου κάτι σαν τα δικά μας Δασικά Χωριά όπου εκεί θα γίνει η διαμονή μας όλες αυτές τις μέρες. Αφήνουμε τα πράγματα μας στα γρήγορα και πηγαίνουμε να επισκεφτούμε την Αρχαία Ηράκλεια.

Η επίσκεψη μας στην Αρχαία Ηράκλεια ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Αφού πληρώσαμε (1 ευρώ) για να μπούμε στον αρχαιολογικό χώρο ο οποίος ήταν πολύ καλά φυλαγμένος, ένας αρχαιολόγος μας εξήγησε πολύ καλά την ιστορία της πόλης. Ο αρχηγός της εκδρομής (Γιάννης Κωνσταντίνου), γεννημένος και μεγαλωμένος στα Σκόπια έκανε τον διερμηνέα. Ονομαζόταν αλλιώς Ηράκλεια η Λυγκηστική λόγω της αρχαίας Λυγκηστίδος και γεωγραφικά καταλάμβανε την πεδιάδα μεταξύ Φλώρινας και Μοναστηρίου (Βιτωλίων). Βρισκόταν κοντά στην Εγνατία οδό και ταυτίζεται μάλλον με το Μοναστήριον ή τα Βιτώλια, η σημερινή Μπίτολα. Η πόλη άκμασε σε τρεις περιόδους αρχίζοντας από τον 4ο αιώνα π.χ. όπου και την ίδρυσε ο Φίλιππος ο Μακεδών και με πληθυσμό γύρω στις 35 χιλιάδες κατοίκους. Αργότερα στα ρωμαϊκά χρόνια ήταν σταθμός ανεφοδιασμού του Ιούλιου Καίσαρα, καταστράφηκε όμως το 518 μ.χ. από έναν σεισμό 9 Ρίχτερ. Στην Ηράκλεια διαδόθηκε ο χριστιανισμός το 3ο αιώνα μ.χ. όπου και έγινε το επίσημο κέντρο της νέας θρησκείας στη δυτική Μακεδονία. Οι ανασκαφές που άρχισαν το 1935 δύο χιλιόμετρα νότια της Μπίτολα αποκάλυψαν αρκετά τμήματα των τειχών της ακρόπολης και δύο βασιλικές στο χώρο του οικισμού. Και οι δυο βασιλικές έχουν καλοδιατηρημένα μωσαϊκά του 5ου και 6ου αιώνα με γεωμετρικά σχήματα και μορφές. Έχει επίσης ανασκαφεί τμήμα ενός θεάτρου στις πλαγιές της ακρόπολης. Μωσαϊκά έχουν βρεθεί σε πολλά κτήρια κοντά στη μεγάλη βασιλική, αλλά το πιο ενδιαφέρον λόγω μεγέθους και διάταξης του βρέθηκε στον νάρθηκα της μεγάλης βασιλικής. Είναι ένα ορθογώνιο με ένα φαρδύ πλαίσιο που περιβάλει 36 οκτάγωνα, μέσα στο οποίο παριστάνονται ψάρια και υδρόβια πουλιά. Τα οκτάγωνα συνδέονται μεταξύ τους με μαιάνδρους. Τα ψηφιδωτά αυτά κατά τη διάρκεια του χειμώνα τα σκεπάζουν με χοντρή άμμο ώστε να προστατεύονται από το κρύο και το χιόνι που επικρατεί στην περιοχή. Την περίοδο εκείνη ήταν ακόμα σκεπασμένα και μόνο ένα μικρό κομμάτι ήταν εκτεθειμένο λόγω μιας πρόσφατης επίσκεψης κάποιων επισήμων. Ένα μόνο κομμάτι ήταν αρκετό για να αποκαλύψει την πανδαισία των 27 χρωμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στη κατασκευή των μωσαϊκών, κάτι που θεωρείται πολύ σπάνιο.

Επόμενος σταθμός η πόλη της Μπίτολα (ή αλλιώς Μπιτόλια) με τη γνωστή βαλκανική αρχιτεκτονική, από τη μια εκείνα τα ψηλά άχρωμα κτίρια - κουτιά στα μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα αλλά από την άλλη τα μεγάλα πάρκα και το πεζοδρομημένο κέντρο. Είναι γνωστή και το όνομα Μοναστήρι και ίσως να είναι η Αρχαία Ηράκλεια. Είχε αμιγή ελληνικό πληθυσμό μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους και στρατιωτική Ακαδημία στην οποία φοίτησε και ο Ατατούρκ. Μεγάλη Παρασκευή βέβαια αλλά οι Μπιτολιότες το γλεντούσαν με τη μουσική στο διαπασών στις καφετέριες. Γενικά η πόλη έδειχνε να βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση με ανθρώπους καλοντυμένους, μαγαζιά διάφορα και καινούργια αυτοκίνητα.

Ανάβαση στο Περιστέρι
Το όρος Περιστέρι ονομάζεται στα σλαβικά Μπάμπα (Baba). Το Μεγάλο Σάββατο 10/ 4 ξεκινάμε 6.30 το πρωί και με το λεωφορείο προωθούμαστε στο χιονοδρομικό κέντρο Pelister που βρίσκεται στην άλλη πλευρά του βουνού γύρω στα 1.600μ. Στόχος μας είναι να ανεβούμε στην κορυφή 2.601μ. να κάνουμε διάσχιση και να καταλήξουμε στα μπαγκαλόους του χωριού Nizopole. Η ομάδα είναι γύρω στα 15 άτομα, 4 γυναίκες και οι υπόλοιποι άντρες. Μαζί μας τέσσερις ορειβάτες από την περιοχή οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να έρθουν μαζί μας για να μας δείξουν την διαδρομή. Αρχίζουμε την πορεία από τη βάση του χιονοδρομικού Perlister μπροστά από το ξενοδοχείο Molika γύρω στις 7.00 π.μ. Το μονοπάτι ξεκάθαρο και με καλή σήμανση κινείτε μέσα στο βουνό όπου μπορούμε να παρατηρήσουμε την πλούσια χλωρίδα του και ιδιαίτερα ένα σπάνιο είδος πεύκου το οποίο είναι πενταβέλονο ύψους 4 μ. και ονομάζεται Molika.
 
ΕΟΣ Ξάνθης - Περιστέρι 2601 μ.
 
Οι ντόπιοι ορειβάτες μας είπαν ότι αυτό το πεύκο δεν το συναντάς πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Στην περιοχή επικρατεί δυνατός αέρας αλλά δεν τον καταλαβαίνουμε ακόμη επειδή κινούμαστε μέσα στο δάσος. Φτάνοντας στα 2.000 μ. όπου ήδη είχαν αρχίσει τα χιόνια συναντάμε ένα οροπέδιο όπου στο βάθος διακρίνουμε την κορυφή και την κεραία που υπάρχει εκεί. Ο νοτιάς τώρα γίνεται πιο έντονος και αναγκαζόμαστε να συνεχίσουμε με πιο αργό ρυθμό καθώς υπάρχουν και μερικά εκτεθειμένα περάσματα τα οποία πρέπει να περαστούν με προσοχή. Οι δυνατές ριπές που μπορεί να έφταναν και τα 100 χιλιόμετρα την ώρα μας αναγκάζουν να σκύβουμε κάτω για να τις αποφύγουμε. Ειδικά εμένα πάνω σε μία κόψη μου πήρε τον σκούφο και τα γυαλιά ηλίου αλλά ευτυχώς τα μάζεψαν αυτοί που ακολουθούσαν. Στις 12.00 μ.μ. ήμασταν κορυφή με θέα ανατολικά την κοιλάδα της Μπίτολα, από τα δυτικά την Μεγάλη Πρέσπα και στο βάθος την λίμνη Οχρίδα. Εκεί υπάρχει το μνημείο ενός ντόπιου ορειβάτη που σκοτώθηκε στο Everest. Μπαίνουμε γρήγορα στο σταθμό αναμεταδότη τηλεόρασης για να προστατευτούμε από τον αέρα και οι υπάλληλοι μας προσφέρουν άφθονο ζεστό τσάι. Στις 1.00 μ.μ. αρχίζουμε την κατάβαση προς την νότια πλευρά του βουνού. Στην αρχή κινούμαστε πάνω στο χωματόδρομο που κατέληγε στην κορυφή του βουνού και σε περίπου ένα χιλιόμετρο στρίβουμε αριστερά. Το χιόνι είναι σφιχτό κι έτσι κατεβαίνουμε σχετικά γρήγορα. Σε υψόμετρο 2.400 μ. συναντάμε την πρώτη από τις δύο αλπικές λίμνες που υπάρχουν στο βουνό και ονομάζονται "Pelisterski Oci" δηλαδή τα μάτια του περιστεριού, η οποία φυσικά είναι παγωμένη και θαμμένη στο χιόνι. Στη συνέχεια ανεβαίνουμε και διασχίζουμε μια ράχη με θέα από πίσω μας τη Μεγάλη Πρέσπα. Μετά τη ράχη κατεβαίνουμε περίπου 150 μέτρα στο καταφύγιο Koranki στα 2100μ. Μπροστά από το καταφύγιο βρίσκεται η δεύτερη ορεινή λίμνη που είναι κι αυτή παγωμένη. Μπαίνουμε στο καταφύγιο για ηρεμήσουμε λίγο από τον αέρα και να ξεκουραστούμε. Εκεί μας περιμένουν οι υπεύθυνοι του καταφυγίου που είχαν ειδοποιηθεί από τους ντόπιους ορειβάτες για να ετοιμάσουν γεύματα. Αφού μας κέρασαν άφθονο ζεστό τσάι μας ενημέρωσαν ότι είχαν μαγειρέψει για μας φασολάδα και κοτόσουπα τις οποίες πουλούσαν 30 ευρώ το πιάτο! Φυσικά διαμαρτυρηθήκαμε και το κατέβασαν στα 20 ευρώ και όταν τους ρωτήσαμε γιατί είναι τόσο ακριβά μας είπαν ότι έπρεπε να βγάλουν το μεροκάματο τους και το κόστος μεταφοράς των υλικών στο καταφύγιο, που ήταν αρκετό. Κάποιοι αναγκαστικά έπρεπε να παραγγείλουν για να μην μείνουν τα φαγητά και έτσι φάγαμε κι εμείς μια ζεστή φασολάδα με μπόλικα μυρωδικά του βουνού. Γύρω στις 3.30 μ.μ αρχίσαμε την τελική κατάβαση από μονοπάτι με σήμανση προς το χωριό Nizopole και μετά τις έξι το απόγευμα βρεθήκαμε έξω από τα δωμάτια μας. Ήταν μια μεγάλη και δύσκολη διάσχιση, με χιόνι και πολύ αέρα, που κράτησε σχεδόν 12 ώρες. Το βράδυ κάναμε Ανάσταση σε ένα διπλανό χωριό. Δεν έγινε αναστάσιμη λειτουργία γιατί ο παπάς έπρεπε να πάει και σε άλλα χωριά. Κάναμε τρεις γύρους έξω από την Εκκλησία με τα κεριά αναμμένα και μετά ο παπάς έψαλε στα σλαβικά το "Χριστός Ανέστη". Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ κατανυκτική. Ακολούθησε δείπνο σε εστιατόριο ενός ξενοδοχείου του χωριού με το καθιερωμένο τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών.
 
ΕΟΣ Ξάνθης - Περιστέρι 2601 μ. Μίνα
 
Επίσκεψη στην Οχρίδα

Την Κυριακή του Πάσχα 11/4 ξεκινάμε το πρωί 7.30 για να επισκεφτούμε την πόλη της Οχρίδας. Δεν είναι τυχαίο που η πόλη είναι χτισμένη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης. Η λίμνη Οχρίδα είναι μια από τις αρχαιότερες του φυσικές τεκτονικές λίμνες του κόσμου (σχηματίστηκε πριν από το 4 εκατ. χρόνια) και σε ηλικία μπορεί να συγκριθεί με την Τικιτάκα και την Ταγκανίκα. Είναι επίσης η μεγαλύτερη των Βαλκανίων και ο φυσικός της πλούτος βοήθησε τους ανθρώπους να αναπτύξουν πολιτισμούς από τη νεολιθική και προϊστορική κιόλας εποχή. Οι Φρύγες και οι Αχαιοί ήταν οι παλαιότερη κάτοικοι της σύμφωνα με την ιστορία. Βρίσκεται σε υψόμετρο 695μ. και επικοινωνεί υπογείως με την Πρέσπα. Το 1/3 της ανήκει στην Αλβανία.

Η πόλη της Οχρίδας κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Λυχνίς. Κατακτήθηκε τον 4ο π.χ. αιώνα από τον Φίλιππο τον ΙΙ, αργότερα από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Από τον 9ο αιώνα μ.χ. έγινε γνωστή με την ονομασία Αχρίδα. Εκεί ο Σαμουήλ, ηγεμόνας των Βουλγάρων οργάνωσε τον αγώνα του εναντίον του Βυζαντίου με άξονα το φρούριο της περιοχής και την κατέκτησε. Μετά το θάνατο του η Αχρίδα αναδείχθηκε σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή της ξανακατακτημένης από τους Βυζαντινούς Βουλγαρίας. Την περίοδο εκείνη η πόλη ήταν σημαντικό εκκλησιαστικό και πολιτιστικό κέντρο και χτίστηκαν πολλές βυζαντινές εκκλησίες. Αργότερα, το 1467 καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Από το 1912 περιήλθε στη Σερβία. Σήμερα είναι το μεγαλύτερο τουριστικό κέντρο της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και έχει 65.000 κατοίκους.

Από τον κύριο πεζόδρομο του Αγίου Κλήμεντος της Οχρίδας (Sveti Kliment Ohrideski) της παλιάς πόλης που είναι προστατευόμενη από την Unesco ανεβαίνουμε για να επισκεφτούμε τα πολλά βυζαντινά μνημεία και ιδιαίτερα τις εκκλησίες (οι εκκλησίες και τα μουσεία είναι ανοιχτά καθημερινά εκτός Δευτέρας από τις 9.00 π.μ. μέχρι 3.00 μ.μ. και οι περισσότερες χρεώνουν 100 Μακεδονικά δηνάρια εισιτήριο). Πρώτα περνάμε από την μητρόπολη της Οχρίδας την Αγία Σοφία μεγάλη βασιλική με τοιχογραφίες του 11ου και 14ου αιώνα. Τα ερείπια της πρώιμης Χριστιανικής βασιλικής με τα μωσαϊκά του 5ου αιώνα είναι καλυμμένα με άμμο. Δίπλα από τις τοιχογραφίες υπάρχει ένας ασυνήθιστος τούρκικος άμβωνας από την εποχή που η εκκλησία ήταν τζαμί. Πιο πάνω βρίσκεται ο Άγιος Παντελεήμον η πιο παλιά εκκλησία της Οχρίδας. Στις παρυφές της πόλης ανάμεσα στα σπίτια βρίσκεται το ρωμαϊκό θέατρο 5.000 θέσεων του 1ου αιώνα μ.χ. Ανηφορίζουμε περπατώντας στα λιθόστρωτα δρομάκια και φτάνουμε στο ψηλότερο σημείο της πόλης όπου βρίσκεται τι Φρούριο του Σαμουήλ, ένα από τα μεγαλύτερα της Μακεδονίας με καταπληκτική θέα. Απέναντι οι κορυφές των βουνών είναι χιονισμένες και η λίμνη φαίνεται τόσο μεγάλη που νομίζεις ότι είναι θάλασσα. Μέσα στο φρούριο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Κλήμεντος φιλοτεχνημένη με αγιογραφίες βιβλικών σκηνών του 13ου αιώνα. Κατεβαίνοντας από το φρούριο στρίβουμε αριστερά και βρισκόμαστε στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη χτισμένο στα βράχια της λίμνης. Μέσα στα βράχια είναι σκαλισμένα κάποια σπιτάκια - σπηλιές που χρησιμοποιούνται για καλοκαιρινές κατοικίες. Είναι το ομορφότερο σημείο της πόλης με πανοραμική θέα στη λίμνη και το κύμα να σκάει στα βράχια. Γυρίζουμε πίσω και κάνουμε μια βόλτα στην οδό της παλιάς αγοράς Στάρα Τσαρσίγια Ούλιτσα, ένας εμπορικός δρόμος με καφετέριες και καταστήματα. Σήμερα είναι Πάσχα και έχει πολύ κίνηση. Μαζευόμαστε όλοι για το πασχαλινό γεύμα σε μια παραδοσιακή ταβέρνα. Το κέφι κορυφώνεται όταν ακούμε ελληνικά τραγούδια! Ένα όνομα μας χωρίζει αλλά μας ενώνουν πολλά άλλα.

Φεύγουμε από την γραφική Οχρίδα και κατευθυνόμαστε 30 χιλιόμετρα νότια στο μοναστήρι του Όσιου Ναούμ το οποίο χτίστηκε το 900 μ.χ. και δέκα χρόνια αργότερα κάηκε. Σήμερα λειτουργεί σαν ξενοδοχείο για τις καλοκαιρινές διακοπές των ντόπιων. Μέσα στα κτίσματα υπάρχει η εκκλησία του Όσιου Ναούμ, του 14ου αιώνα. Μερικά παγώνια κόβουν βόλτες κα φουντώνουν τα πολύχρώμα φτερά τους. Από την άκρη της αυλής του μοναστηριού αγναντεύουμε απέναντι την αλβανική πόλη Πόγραδετς. Κοντά στο μοναστήρι οι πηγές του βουνού Γκαλιτσίτσα έχουν σχηματίσει μια πλούσια σε βλάστηση λίμνη και δύο μικρά νησάκια. Θα ήταν ενδιαφέρον να κάναμε μια βαρκάδα με τους βαρκάρηδες που περιμένουν εκεί αλλά δεν έχουμε χρόνο.

Επιστρέφουμε μέσω του επαρχιακού δρόμου που ανεβοκατεβαίνει το βουνό και περνάει παραλιακά της Μεγάλης Πρέσπας. Ο δρόμος είναι πολύ ανηφορικός και περνάει δίπλα από την κορυφή του βουνού (περίπου 1600μ.) όπου έχει ακόμη χιόνια. Στα παράλια της Πρέσπας υπάρχουν εξοχικές κατοικίες και κάποια καταθλιπτικά σχεδόν εγκαταλελειμμένα χωριουδάκια ψαράδων. Κάπου εδώ, βλέποντας την λίμνη να είναι λουσμένη με το φως του ήλιου που δύει τελειώνει το ταξίδι μας σ' αυτή την χώρα των έντονων αντιθέσεων, της φτώχειας αλλά και της αξιοπρέπειας.Back